Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει σε αλβανικό μέτωπο
Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει σε αλβανικό μέτωπο
Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατηφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντηλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκκαλα μέσα στ' αμπριά· εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Νικηφόρος Βρεττάκος,
Τα ποιήματα, τόμος πρώτος.
Με ένα σχέδιο του Επαμεινώνδα Λιώκη, Τρία φύλλα,
Αθήνα 1981, σ. 118-119
Γενικές πληροφορίες
Το ποίημα «’Ενας στρατιώτης μουρμουρίζει σε αλβανικό μέτωπο» γράφτηκε από τον Νικηφόρο Βρεττάκο, έναν Έλληνα, όχι μόνο ποιητή αλλά και πεζογράφο, μεταφραστή και δοκιμιογράφο, ο οποίος βίωσε ολόκληρο τον Β’ Παγκόσμο Πόλεμο ,τον Α’ και Β’ Βαλκανικό αλλά και τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ελλάδα(01/01/1912-04/08/1991). Γι‘ αυτό φαίνεται στα έργα του ότι οτιδήποτε αναφέρει φαίνεται να τα έχει βιώσει ο ίδιος και όχι να είναι προϊόν της φαντασίας του.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στα τέλη του 20ού αιώνα
Το αντιπολεμικό μήνυμα
Μετά από όλα όσα βίωσε ο Νικηφόρος Βρεττάκος αποφάσισε να μιλήσει για τα βιώματά του κατά την διάρκεια του πολέμου μέσω ποιημάτων και σχεδόν σε όλα από αυτά υπάρχει το αντιπολεμικό μήνυμα.
Στο συγκεκριμένο έργο τονίζει τα συναισθήματά του κατά την διάρκεια του πολέμου αλλά και διαδίδει το αντιπολεμικό μήνυμα λογικά με το πρόσωπο ενός στρατιώτη από την πρώτη κιόλας στροφή όπου ζητάει να του «φέρουν» τον ύπνο επειδή δεν μπορεί να κοιμηθεί (ίσως λόγω του άγχους και του φόβου που του προκαλεί ο πόλεμος) και μάλιστα γράφει ότι χρειάζεται τον ύπνο έτσι ώστε να ξεφύγει από την πραγματικότητα του πολέμου.
Στην δεύτερη στροφή δεν εστιάζει στα συναισθήματά του αλλά στις εμπειρίες του αναφέροντας το πόσο δύσκολα περνούσαν όσοι πολέμισαν κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το στο μέτωπο της Αλβανίας.
Εκεί μιλάει για τα χιονισμένα βουνά που έπρεπε να διαβούν χωρίς κατάλληλη ενδυμασία για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις χαμηλές θερμοκρασίες που κυριαρχούσαν.
Το αντιπολεμικό μήνυμα βρίσκεται επίσης στην μικρή υποσημείωση που υπάρχει ανάμεσα στην δεύτερη και τρίτη στροφή αλλά και στο τέλος του ποιήματος και εκεί ουσιαστικά εννοεί ότι όλα του τα παιδικά όνειρα καταστράφηκαν και δείχνει και το πόσο έπρεπε να ωριμάσει για να μπορέσει να ανταπεξέλθει τον πόλεμο.
Στην τέταρτη στροφή δείχνει πόσο αγαπάει ο στρατιώτης την πατρίδα του λέγοντας ότι ό,τι κάνει το κάνει κυρίως για να σωθεί η πατρίδα του.
Τέλος στην πέμπτη στροφή δείχνει ότι το τελευταίο πράγμα που είχε απομείνει στους ανθρώπους ήταν η ελπίδα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΛΛΟ (Γ4)
Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατηφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντηλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκκαλα μέσα στ' αμπριά· εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Νικηφόρος Βρεττάκος,
Τα ποιήματα, τόμος πρώτος.
Με ένα σχέδιο του Επαμεινώνδα Λιώκη, Τρία φύλλα,
Αθήνα 1981, σ. 118-119
Γενικές πληροφορίες
Το ποίημα «’Ενας στρατιώτης μουρμουρίζει σε αλβανικό μέτωπο» γράφτηκε από τον Νικηφόρο Βρεττάκο, έναν Έλληνα, όχι μόνο ποιητή αλλά και πεζογράφο, μεταφραστή και δοκιμιογράφο, ο οποίος βίωσε ολόκληρο τον Β’ Παγκόσμο Πόλεμο ,τον Α’ και Β’ Βαλκανικό αλλά και τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ελλάδα(01/01/1912-04/08/1991). Γι‘ αυτό φαίνεται στα έργα του ότι οτιδήποτε αναφέρει φαίνεται να τα έχει βιώσει ο ίδιος και όχι να είναι προϊόν της φαντασίας του.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στα τέλη του 20ού αιώνα
Το αντιπολεμικό μήνυμα
Μετά από όλα όσα βίωσε ο Νικηφόρος Βρεττάκος αποφάσισε να μιλήσει για τα βιώματά του κατά την διάρκεια του πολέμου μέσω ποιημάτων και σχεδόν σε όλα από αυτά υπάρχει το αντιπολεμικό μήνυμα.
Στο συγκεκριμένο έργο τονίζει τα συναισθήματά του κατά την διάρκεια του πολέμου αλλά και διαδίδει το αντιπολεμικό μήνυμα λογικά με το πρόσωπο ενός στρατιώτη από την πρώτη κιόλας στροφή όπου ζητάει να του «φέρουν» τον ύπνο επειδή δεν μπορεί να κοιμηθεί (ίσως λόγω του άγχους και του φόβου που του προκαλεί ο πόλεμος) και μάλιστα γράφει ότι χρειάζεται τον ύπνο έτσι ώστε να ξεφύγει από την πραγματικότητα του πολέμου.
Στην δεύτερη στροφή δεν εστιάζει στα συναισθήματά του αλλά στις εμπειρίες του αναφέροντας το πόσο δύσκολα περνούσαν όσοι πολέμισαν κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το στο μέτωπο της Αλβανίας.
Εκεί μιλάει για τα χιονισμένα βουνά που έπρεπε να διαβούν χωρίς κατάλληλη ενδυμασία για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις χαμηλές θερμοκρασίες που κυριαρχούσαν.
Το αντιπολεμικό μήνυμα βρίσκεται επίσης στην μικρή υποσημείωση που υπάρχει ανάμεσα στην δεύτερη και τρίτη στροφή αλλά και στο τέλος του ποιήματος και εκεί ουσιαστικά εννοεί ότι όλα του τα παιδικά όνειρα καταστράφηκαν και δείχνει και το πόσο έπρεπε να ωριμάσει για να μπορέσει να ανταπεξέλθει τον πόλεμο.
Στην τέταρτη στροφή δείχνει πόσο αγαπάει ο στρατιώτης την πατρίδα του λέγοντας ότι ό,τι κάνει το κάνει κυρίως για να σωθεί η πατρίδα του.
Τέλος στην πέμπτη στροφή δείχνει ότι το τελευταίο πράγμα που είχε απομείνει στους ανθρώπους ήταν η ελπίδα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΛΛΟ (Γ4)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου