ΓΙΑΤΙ?

εργασία της μαθήτριας του Γ2
Τζωρτζίνας Μέντη



ΓΙΑΤΙ του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΓΚΛΗ

Σουρούπωνε και η μάχη που είχε αρχίσει σύναυγα κόπασε πια. Λίγη ώρα πριν έπεφτε ακόμη αραιό λιανοντούφεκο. Κάποιος θερμόαιμος χτυπούσε στο πείσμα του οχτρού.
Όμως τώρα ήταν πλέρια ησυχία. Ο μεγάλος ήλιος που ολημερίς τσουρουφλούσε φίλους κι οχτρούς είχε γυρίσει πια να ξεκουραστεί. Σιχάθηκε να βλέπει τους ανθρώπους να σκοτώνονται συναμεταξύ τους κι έκλεισε τα μάτια να ξεχάσει.
Ο νέος στρατιώτης ακούμπησε απάνω στο βράχο το ντουφέκι και το κράνος, άνοιξε τα χέρια πλατιά να ξεμουδιάσει το απανωκόρμι, ανάσανε βαθιά κάνα δυο φορές και βιαστικός βάλθηκε να κατηφορίζει την πλαγιά, να φτάξει πιο γρήγορα στη ρεματιά που από χτες είχε σημάνει* μια φλεβίτσα γάργαρο, πεντακάθαρο νερό. Ήτανε δροσιά κάτω εκεί και το βρεμένο χορτάρι μύριζε όμορφα. Ο νέος στρατιώτης έσκυψε πάνω από την ξεχειλισμένη γουρνίτσα κι ήπιε άφθονο το κρύο νεράκι. Η φλόγα έσβησε από τα σωθικά του.
«Αχ, τι δροσιά...», είπε. Έσκυψε πάλι, χούφτιασε το νερό και το 'χυσε στο πρόσωπο κι απάνω στο κεφάλι. Δροσίστηκε, καθαρίστηκε, μέρεψε. Έγινε άλλος άνθρωπος. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι κοίταξε τον ουρανό και μίλησε χαρούμενα.
- Θε μου, όμορφη 'ναι η ζωή του ανθρώπου. Κάνε με το καλό να τελέψει γρήγορα ο πόλεμος, να γυρίσω πίσω στο σπίτι κοντά στη γριά μανούλα που με καρτερά και κοντά στ' αδέρφια μου.
Τέλεψε το λόγο, χάιδεψε ακόμα με το χέρι, με το μάτι το δροσερό νεράκι. Σηκώθηκε να φύγει. Αξάφνου άκουσε πλάι του περπατηξιά, εκεί, από την άλλη μεριά της ανηφόρας, κι έστριψε απότομα το κεφάλι να δει.
Ένας άλλος στρατιώτης, οχτρός, κατέβαινε και τούτος ξέγνοιαστος και ξαρμάτωτος, να πιει από τη γουρνίτσα, να δροσιστεί και, με τον τρόπο τούτο, να ευχαριστήσει το Θεό, που τον προστάτεψε και τον φύλαξε και τη μέρα τούτη.
Μα ο πρώτος στρατιώτης ξέχασε ολότελα τα όσα τώρα δα είπε αγναντεύοντας τον ήσυχο ουρανό και μονοστιγμής τράβηξε από τη μέση του το πιστόλι και το πρότεινε στον οχτρό.
Ο άλλος που ερχότανε διψασμένος από την ολοήμερη κάψα, κι ένιωθε κιόλας να λαγαρίζει μέσα του το τρεχούμενο νεράκι και να του δροσίζει τα πυρωμένα σωθικά, τρομαγμένος τώρα μπρος στο απλωμένο πιστόλι σήκωσε μονομιάς τα χέρια και κάτι είπε στη γλώσσα του παρακλητικά, με φοβισμένη, συγκινημένη φωνή. Τάχατες ήθελε να πει:
- «Κοίταξέ με, αδερφέ μου, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξε, είμαι νέος πολύ και ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλο κανένα, με καρτερά».
Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό.
Ο άνθρωπος κυλίστηκε πάνω στη γης σπαράζοντας και βογκώντας.
Ο νέος στρατιώτης, νευρικός πολύ, σίμωσε το χτυπημένο και στάθηκε απάνω του κοιτώντας τον.
Ο ξένος ήτανε πεσμένος ανάσκελα. Σάλευε σπασμωδικά, κούναγε τα πόδια κι έσφιγγε τα δυο χέρια του απάνω στο στήθος.
Τα χλωμά πονεμένα χείλη κινιόντουσαν σιωπηλά. Τα ορθάνοιχτα μάτια κοιτούσαν γιομάτα απορία και φόβο το νέο στρατιώτη. Και πάνω σε όλο το πρόσωπο: μέτωπο, μάτια, χείλη, ήταν περιχυμένα ο ανθρώπινος πόνος και το ξάφνιασμα.
Του νέου στρατιώτη τού φάνηκε σαν να τόνε ρωτούσε:
«Γιατί το 'κανες το κακό τούτο, αδερφέ μου άνθρωπε; Γιατί θέλησες να κριματιστείς, να πάρεις στο λαιμό σου το αίμα ενός αθώου; Παρακάλαγα το Θεό να μ' έχει καλά και να γυρίσω γρήγορα στο χωριό, ν' αγκαλιάσω τη μανούλα μου και να της φιλήσω τα κουρασμένα ματάκια».
Κι όσο ο νέος στρατιώτης τον κοίταζε, θάρρευε ότι τα πικραμένα χείλη του πληγωμένου τού μίλαγαν, του έλεγαν τον πόνο και το παράπονό του.
«Κι ακόμα, σα να του 'λεγε, μια κοπελίτσα με περίμενε. Είχαμε κάνει όνειρα πολλά μαζί και καρτέραγε να σταματήσει ο καταραμένος πόλεμος να γυρίσω στο χωριό. Μα τώρα, αδερφέ μου, να, κοίταξε πώς με κατάντησες».
Ένα σκληρό χέρι έσφιγγε την καρδιά του νέου στρατιώτη.
Σιδερένιος κύκλος πέρασε γύρω από το κεφάλι του, του το 'σφιγγε και τον πόναγε. Τα μάτια καίγανε. Τον έπιασε παράξενο κακό κι άρχισε να τρέχει την ανηφόρα. Γλίστραγε, έπεφτε, πετιόταν απάνω και ξανά πάλι έτρεχε.
Μεσοστρατίς του βουνού σταμάτησε. Δεν μπορούσε άλλο. Λαχάνιασε, πιάστηκε η καρδιά του, κουράστηκαν τα πόδια, λύγισαν τα γόνατα. Έμεινε εκεί ασάλευτος με το κεφάλι σκυμμένο να σκέφτεται. Μα να σκεφτεί δεν μπορούσε. Χτύπαγαν τα μηνίγγια, το κεφάλι βούιζε. Αξάφνου, χωρίς καλά καλά να ξέρει τι κάνει, βάλθηκε να τρέχει πάλι την πλαγιά κατηφορίζοντας. Μέσα στο μυαλό του τώρα καρφώθηκε μια σκέψη: να προφτάξει, να βοηθήσει το χτυπημένο.
- Θε μου, μουρμούρισε, λυπήσου τον, λυπήσου με. Άφησέ τον να ζήσει.
Έφταξε στη ρεματιά, σίμωσε το χτυπημένο. Τον άγγιξε· ήτανε ζεστός.
Άπλωσε τα χέρια, τα πέρασε με προσοχή κάτω από το πληγωμένο κορμί, τ' αγκάλιασε ολόγυρά του, τον έσυρε απάνω του και τον κράτησε έτσι σφιχτά. Χτύπαγε η καρδιά βουτημένη στην αγωνία. Τρυφεράδα και πόνος, αγάπη και φροντίδα, όλα τούτα μαζί τόνε συνεπήραν.
Σιγά, προσεχτικά, τον έφερε ίσαμε τη γουρνίτσα και τον ακούμπησε απάνω στο γρασίδι· πήρε το νερό, που με λαχτάρα κατέβηκε να πιει, και του 'βρεξε τα μαλλιά, του καθάρισε το νεανικό, ωραίο πρόσωπο, του 'σβησε το λεπτό ματωμένο αυλάκι που 'χε στεγνώσει εκεί στην αριστερή μεριά του στομάτου. Του πήρε το χέρι, το άπλωσε απάνω στην ανοιχτή δική του παλάμη και το απαλοχάιδευε.
- Αδερφέ μου, του 'λεγε γλυκά, τρυφερά, αδερφέ μου, συχώρα με· και τα δάκρυα τρέχαν καυτά.
Η νύχτα κατέβηκε ολούθες και απλωμένο σκοτάδι τούς τύλιξε.
- Καλέ μου, πονεμένε μου αδερφέ, μουρμούρισε ο νέος στρατιώτης συντριμμένος. Συχώρα με, καλέ μου, δεν το 'θελα· δεν είμαι φονιάς, σου τ' ορκίζομαι, δεν είμαι φονιάς. Να, μια στιγμή μονάχα ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος, αδερφός μου. Πως μάνα και σένα σε περιμένει στο φτωχικό της: μάνα και πατέρας κι αδέρφια. Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω.
Θυμήθηκε τα λόγια που τους μάθαιναν κι έστρεψε πέρα το βλέμμα ανταριασμένο και άγριο μες στο σκοτάδι. Ύστερα τόνε συνεπήρε πάλι ο πόνος. Απαλοχάιδευε το χέρι του χτυπημένου και τα δάκρυα ξεχείλιζαν και το μούσκευαν.
Όμως ο άλλος πια δεν άκουγε· μήδ' ένιωθε. Η ψυχή του είχε πετάξει και το τυραγνισμένο κορμί άρχισε να σκεβρώνει. Το σκοτάδι πύκνωσε πιότερο και σκέπασε τους δυο ανθρώπους: φονιά και θύμα, που στέκονταν πλάι πλάι και που ο ένας απαλοχάιδευε το χέρι του άλλου και του μουρμούριζε λόγια αγάπης και πόνου, σα να 'τανε φίλοι παλιοί, σα να 'τανε αδέρφια. Λόγια αγάπης που ο άλλος πια δεν άκουγε.


Το διήγημα ανήκει στη συλλογή διηγημάτων με τίτλο "Δεν υπάρχουν Αμαρτωλοί" (1956) και εστιάζεται στο αντιπολεμικό μήνυμα που ενδιαφέρει τον Μαγκλή .
Ο συγγραφέας μελετά εδώ τις ενστικτώδεις αντιδράσεις της αυτοάμυνας σε κατάσταση κινδύνου, μέσα σε συνθήκες πολεμικής σύγκρουσης και αντιμετωπίζει με κατανόηση και γνώση των ανθρώπινων ενστίκτων την επίθεση του στρατιώτη προς τον εχθρό.

Αυτό το κείμενο μου αρέσει γιατί αποτελεί µια ηχηρή διαµαρτυρία του συγγραφέα απέναντι στον παραλογισµό του πολέµου και ταυτόχρονα, µια φιλειρηνική έκκληση προς όλους τους λαούς,ανεξάρτητα από εθνικότητα, γλώσσα, πολιτισµό.

ΘΕΜΑ:
Η τρέλα και ο παραλογισμός του πολέμου, καθώς και η αλλοτρίωση του ανθρώπου κάτω από τέτοιες συνθήκες.
ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
1.Πόλεμος και απάνθρωπη βία
2.Θύτες και θύματα, νικητές και ηττημένοι
3.Ειρήνη και ανθρωπισμός εναντίον πολέμου και θηριωδίας

Το περιεχόμενο του κειμένου είναι αντιπολεμικό τονίζοντας τα δεινά και τις εφιαλτικές στιγμές του, με στόχο να τονίσουν τη σημασία της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών και την αγάπη ως κύρια ανθρωπιστική αξία.
Ο πόλεμος είναι καταστροφικός, έχει μόνο θύματα, είναι ένα τραγικό γεγονός με αρνητικές μόνο συνέπειες.
Ο συγγραφέας θέλει ουσιαστικά να στείλει ένα αντιπολεμικό μήνυμα και να κηρύξει την ανάγκη για ειρήνη και συναδέλφωση των λαών.
Ο τίτλος του κειμένου είναι μια μονολεκτική ερώτηση, η οποία αποδίδει πυκνή δραματική ένταση, απορία, παράπονο και διαμαρτυρία. Φωτίζει την έλλειψη αποδεκτών λογικών επιχειρημάτων για την ύπαρξη και τη διαιώνιση του εγκληματικού φαινομένου που ονομάζεται πόλεμος (δεν υπάρχει λογική απάντηση στο «γιατί συμβαίνει;»).

Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στο αφηγηµατικό περιεχόµενο δεν υπάρχουν τοπικοί, χρονικοί ή ονοµατικοί προσδιορισμοί, ώστε να µπορούµε να εντοπίσουμε το πότε, πού και ανάµεσα σε ποιους συµβαίνουν τα διαδραµατιζόµενα . Αυτή είναι προφανώς µια επιλογή του συγγραφέα, ο οποίος επιζητεί να δείξει ότι σε έναν πόλεµο δε µετράει ποιος έχει το δίκιο και ποιος το άδικο, αλλά το γεγονός ότι οι εµπόλεµοι χάνουν την ανθρωπιά τους και γίνονται εναλλάξ αθώα θύµατα και σκληροί θύτες.

ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
Προσωποποιήσεις:
Ένα σκληρό χέρι έσφιγγε την καρδιά του νέου στρατιώτη,
Η νύχτα κατέβηκε ολούθε και απλωμένο σκοτάδι τους τύλιξε
Μεταφορές:
Η φλόγα έσβησε από τα σωθικά του,
Τα μάτια καίγανε
Παρομοιώσεις:
σα να’ τανε φίλοι παλιοί,
σα να’ τανε αδέρφια.
Ασύνδετο σχήμα:
Ο νέος στρατιώτης ακούμπησε …πεντακάθαρο νερό,
Ένας άλλος στρατιώτης, οχτρός …να ευχαριστήσει το Θεό
Επαναλήψεις:
λυπήσου τον, λυπήσου με,
Αδερφέ μου, του’ λεγε … αδερφέ μου…,
δεν είμαι φονιάς… δεν είμαι φονιάς,
ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος

ακούστε στο απόσπασμα εδώ



ΠΗΓΕΣ

https://logo-texnimata.blogspot.com/2017/10/blog-post_15.html
http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2246/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_B-Gymnasiou_html-empl/indexj_2.html
chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.ksefteri.edu.gr/wp-content/uploads/2017/10/giati-analysi.pdf
chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://8gym-n-smyrn.mysch.gr/wordpress/wp-content/uploads/2019/10/%CE%93%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF.pdf
https://latistor.blogspot.com/2018/05/blog-post.html

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γκουέρνικα Πάμπλο Πικάσο- ένας πίνακας αντιπολεμικό μνημείο

Τα Ζα

Η Φρίκη του πολέμου